θείος

θείος, ά, оν божественный

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "θείος" в других словарях:

  • θείος — α, ο 1) божественный, относящийся к Богу; ΦΡ. Θείο(ν) Βρέφος Божественный Младенец – Господь Иисус Христос в младенчестве (изображается в основном на иконах Рождества Христова) Θεία Ευχαριστία Божественная Евхаристия, Причастие Святых Христовых …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • θεῖος — 1 of masc nom sg θεῖος 2 one s father s masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θείος — (I) α, ο (AM θεῑος, α , ον, Α επικ. τ. θέειος και θεήιος, αιολ. τ. θήιος, λακων. τ. σείος) 1. αυτός που κατάγεται ή προέρχεται από τον θεό (ή τους θεούς) ή ο σταλμένος από θεό («θεῑον γένος», Ομ. Ιλ.) 2. αυτός που ανήκει ή είναι αφιερωμένος σε… …   Dictionary of Greek

  • θείος — ο και θειος, ο αδελφός ή ξάδελφος του πατέρα ή της μητέρας κάποιου. α, ο 1. θεϊκός: Θείαβούληση. – Θεία πρόνοια. – Θεία χάρη. 2. θεσπέσιος, ανυπέρβλητος: Θεία αρμονία. 3. ιερός: Θεία κοινωνία. – Θεία λειτουργία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θεῖοι — θεῖος 1 of masc nom/voc pl θεῖος 2 one s father s masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεῖον — θεῖος 1 of masc acc sg (doric) θεῖος 1 of neut nom/voc/acc sg (doric) σείω shake aor imperat act 2nd sg (epic) σείω shake fut part act masc voc sg (epic) σείω shake fut part act neut nom/voc/acc sg (epic) σείω shake pres part act masc voc sg σείω …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σείω — θεῖος 1 of masc/neut nom/voc/acc dual (doric) θεῖος 1 of masc/neut gen sg (doric aeolic) σείω shake aor subj act 1st sg (epic) σείω shake fut ind act 1st sg (epic) σείω shake pres subj act 1st sg σείω shake pres ind act 1st sg σείω shake aor ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σείων — θεῖος 1 of fem gen pl (doric) θεῖος 1 of masc/neut gen pl (doric) σείω shake fut part act masc nom sg (epic) σείω shake pres part act masc nom sg σεί̱ων , σεῖος of fem gen pl σεί̱ων , σεῖος of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεῖα — θεῖος 1 of neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεῖα — θεῖος 1 of neut nom/voc/acc pl (doric) σείω shake aor ind act 1st sg (epic) σεῖος of neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεῖε — θεῖος 1 of masc voc sg (doric) σείω shake pres imperat act 2nd sg σείω shake aor ind act 3rd sg (epic) σείω shake imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) σεῖος of masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.